• οκτωβριος, 2017

    Επιλογες Ταξινομησης

    05σεπ(σεπ 5)20:0025νοε(νοε 25)20:00Εικαστικα | Terra Mediterranea: In Action(σεπτεμβριος 5) 20:00 - (νοεμβριος 25) 20:00 διοργανωτης: Πάφος2017

    11οκτ(οκτ 11)17:0028(οκτ 28)19:00ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ|Ο Κωστης Γεωργιου στην Γκαλερι Μορφη17:00 - 19:00 (28) διοργανωτης: Γκαλερί Μορφή

    13οκτ(οκτ 13)19:0021(οκτ 21)23:00ΣΙΝΕΜΑ| Διεθνες Φεστιβαλ Ταινιων Μικρου Μηκους Κυπρου [ISFFC 2017]19:00 - 23:00 (21) διοργανωτης: Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Μικρού Μήκους Κύπρου

    13οκτ(οκτ 13)19:3011νοε(νοε 11)20:00ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ|Livres d’ Artistes: Αναδρομη στο Βιβλιο του Καλλιτεχνη στην Κυπρο απο το 1960 μεχρι σημερα19:30 - (νοεμβριος 11) 20:00 διοργανωτης: Μουσείου Τεχνών Λουκίας & Μιχαλάκη Ζαμπέλα

    16οκτ(οκτ 16)17:0028(οκτ 28)17:23ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ|Modus Operandi 2017: Νεοι καλλιτεχνες απο την Κυπρο17:00 - 17:23 (28) διοργανωτης: Σύνδεσμος Εικαστικών Καλλιτεχνών Κύπρου [ΕΙ.ΚΑ]

    18οκτ19:3021:00ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ|«ΣΥναντησεις ΣΥγγραφεων»19:30 - 21:00 διοργανωτης: Πολιτιστικός οργανισμός "Βιβλιοτρόπιο"

    19οκτ18:3020:00ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ|«ΣΥναντησεις ΣΥγγραφεων»18:30 - 20:00 διοργανωτης: Πολιτιστικός οργανισμός "Βιβλιοτρόπιο"

    19οκτ01νοεΕΙΚΑΣΤΙΚΑ|ΕΚΘΕΣΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΑΡΟΥΣΙΟΥ19:00 - (νοεμβριος 1) 20:00 διοργανωτης: Γκαλερί Γκλόρια

    19οκτ(οκτ 19)19:0030νοε(νοε 30)19:00ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ|Ο Αποστολος Γιαγιαννος στην Γκαλερι Κ19:00 - (νοεμβριος 30) 19:00 διοργανωτης: Γκαλερί Κ

    20οκτ16:3018:30ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ|Φτιαχνω ενα Μικροκοσμο16:30 - 18:30 διοργανωτης: Πολυχώρος Κόσμος Χωρίς Σύνορα

    21οκτ(οκτ 21)16:0022(οκτ 22)17:00ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ|Let's Play Art in the Park16:00 - 17:00 (22)

    21οκτ20:0022:00ΕΙΚΑΣΤΙΚΑ| Εκθεση αφισας “Travellink Project”20:00 - 22:00 διοργανωτης: INK Project.Exhibition, Graphic Stories Cyprus

    27οκτ16:3018:30ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟ|Φτιαχνω ενα Μικροκοσμο16:30 - 18:30 διοργανωτης: Πολυχώρος Κόσμος Χωρίς Σύνορα

    28οκτ11:0018:00ΠΟΛΗ|The craftfall fair11:00 - 18:00 διοργανωτης: From: Head, To: Toe

    28οκτ20:3022:00ΜΟΥΣΙΚΗ|Σταυρος Λαντσιας trio20:30 - 22:00

    29οκτ20:3022:00ΜΟΥΣΙΚΗ|Σταυρος Λαντσιας trio20:30 - 22:00

ΠΑΟΛΑ ΡΕΒΕΝΙΩΤΗ : “Κάθε φωτογραφία είναι ένα κομμάτι της ζωής μου”

Συνέντευξη στις Μερόπη Μωυσέως και Ελένη Παπαδοπούλου | Φωτογραφία Ελένη Παπαδοπούλου

Διορθώνοντας μια αντιδημοκρατική, αυθαίρετη κίνηση βασισμένη στην κρίση ενός αστυνομικού, το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας προχώρησε στις 3 Ιουνίου στη διοργάνωση και την παρουσίαση της έκθεσης φωτογραφίας “Διόρθωση”, με έργα της Πάολας Ρεβενιώτη. Ελληνίδα τρανς ακτιβίστρια, και για ένα διάστημα εκδότρια του περιοδικού “Κράξιμο”, η Πάολα Ρεβενιώτη βρέθηκε ξανά στη χώρα μας σε διάστημα μερικών μηνών για να είναι παρούσα στα εγκαίνια της έκθεσης αλλά και για να συμμετάσχει στο φετινό Pride.

Για την ιστορία, η πρώτη έκθεση φωτογραφιών της Πάολας Ρεβενιώτη στη Λευκωσία εγκαινιάστηκε στις 20 Νοεμβρίου 2014 στη Δημοτική Αγορά [Παλιό Δημαρχείο] και μία μέρα μετά διακόπηκε βίαια μετά από κατάσχεση των έργων από την αστυνομία με την κατηγορία της ανάρτησης φωτογραφιών αισχρού περιεχομένου σε δημόσιο χώρο. Στις 3 Ιουνίου, το Δημοτικό Κέντρο Τεχνών έδωσε την ευκαιρία στο κοινό να δει τις φωτογραφίες σε μια έκθεση που στήθηκε εκ νέου, με επιμελητή -και τώρα, όπως και τότε- τον Χρήστο Κυριακίδη. Η αξία του φωτογραφικού υλικού της Πάολας Ρεβενιώτη αναλύθηκε ποικιλοτρόπως και μάλλον θα συνεχίσει να αποτελεί αντικείμενο μελέτης. Κυρίως, λειτουργεί ως αφορμή για ευρύτερες συζητήσεις πάνω σε θέματα τρανς, κοινωνικού ρατσισμού, κοινωνικών αλλαγών, πολιτικών θέσεων.
Η Πάολα Ρεβενιώτη, γεννηθείσα το 1958 στον Πειραιά ως Παύλος Ρεβενιώτης, μιλά στο “Π” για τις φωτογραφίες της, που είναι συνυφασμένες με τη ζωή της.

Πότε ξεκίνησες να βγάζεις φωτογραφίες;
Ξεκίνησα όχι από ανάγκη καλλιτεχνική ή δημιουργική, αλλά από ανάγκη έκφρασης και διαμαρτυρίας. Όταν έβγαζα τις φωτογραφίες, έβγαζα και ένα περιοδικό, το ‘Κράξιμο’, και είχα ανάγκη από φωτογραφίες. Το περιοδικό το έβγαζα κατά περιόδους, όταν περνούσα εγώ καλά. Όταν έβλεπα ότι δεν περνούσα καλά, δεν το έβγαζα. Και τα αγόρια που φιλοξενούσα την προηγούμενη νύχτα σπίτι μου τα έβγαζα φωτογραφίες. Υπήρχε μια αθωότητα εκείνην την εποχή. Ποζάρανε σε μένα, όχι στη μηχανή, γι’ αυτό βγήκαν και ωραίες φωτογραφίες. Τώρα δεν θα μπορούσαν να βγουν οι ίδιες φωτογραφίες. Αλλά όταν κάνεις κάτι με αγάπη, βγαίνει καλό. Δεν είχα ιδέα από φωτογραφία, η πρώτη μου μηχανή ήταν μια ρώσικη που πήρα από κάποιους Ελληνοπόντιους. Μ’ άρεσε και τις έβγαζα, αλλά όχι με τη λογική “κάτσε να ποζάρεις να σε βγάλω φωτογραφία”. Υπήρχε μια ανάγκη για να βάζω στο περιοδικό μερικές φωτογραφίες. Αλλά υπήρχε και μια πολιτική πίσω απ’ αυτό: ότι σε μια κοινωνία η οποία είναι εντελώς ρατσιστική και εντελώς υποκριτική, εγώ, χωρίς να θέλω να το σκεφτώ πολιτικά, έβγαζα φωτογραφίες τα αγόρια με τα οποία κοιμόμουν τα προηγούμενα βράδια. Τα αγόρια της διπλανής πόρτας: ο γιος σου, ο αδελφός σου, ο ξάδελφός σου. Τα οποία έβγαζα φωτογραφίες και αυτό έδειχνε ότι η ζωή δεν είναι μόνο μιζέρια και καταπίεση. Υπάρχει και έρωτας, υπάρχουν κι άλλα πράγματα. Και παίξανε τον ρόλο τους. Δεν είχα καταλάβει πολύ την αξία των φωτογραφιών. Την υποψιάστηκα πριν από πεντέξι χρόνια και μάλιστα μου την είχαν πέσει διάφοροι ζητώντας “καμιά φωτογραφία, κανένα τριαντάρι τη μία”. Τους είχα πάρει χαμπάρι. Και ύστερα με ανακάλυψε ο Αντρέας Αγγελιδάκης. Αν ήταν Έλληνας, και να ‘ξερε την αξία τους, δεν θα με ανακάλυπτε γιατί στον καλλιτεχνικό χώρο της Ελλάδας δεν ανέχονται ανθρώπους που δεν έχουν σπουδάσει σε πανεπιστήμια να είναι ισότιμοί τους στην τέχνη. Υπήρχε ένας μεγάλος ρατσισμός γιατί όλοι ξέρανε ότι η Πάολα κάνει καλά πράγματα αλλά δεν τολμούσανε ποτέ να το πουν δημόσια ή να το παραδεχτούνε. Μέχρι που βρέθηκε ο Αντρέας Αγγελιδάκης, ένας κοσμοπολίτης που έχει ζήσει στο εξωτερικό, είναι αρχιτέκτονας, έχει κάνει δουλειές στη Νέα Υόρκη και στο Παρίσι, και δεν έχει τα κόμπλεξ που μπορεί να έχουν οι Ελλαδίτες και οι Κύπριοι, γιατί τα ίδια σκατά είμαστε, συγγνώμη δηλαδή. Και έτσι φάνηκαν οι φωτογραφίες: έγινε μια μεγάλη έκθεση στην γκαλερί Breeder στην Αθήνα [σ.σ. Ιανουάριος 2013]. Παρατηρώντας κι εγώ ως θεατής τις φωτογραφίες, γιατί δεν τις είχα δει καλά, τις είχα σαν ένα τσουβάλι σε ένα χαρτοκιβώτιο…

Δεν τις αρχειοθετείς;
Ούτε τότε ούτε και τώρα. Είναι πολλά τα λεφτά, γιατί για να πάω να ψηφιοποιήσω τα εκτυπωμένα θέλει κανένα 300άρι-500άρι ευρώ. Δεν είναι εύκολο. Θα αρχίσω σιγά-σιγά να το κάνω. Παρατηρώντας τις λοιπόν, φανερώνουν, νομίζω, έναν ερωτισμό της Αθήνας και γενικά της Ελλάδας. Ακόμη και στην Κύπρο υπήρχε αυτός ο ερωτισμός, αν και το ‘Κράξιμο’ δεν νομίζω να μπορούσα να το κυκλοφορήσω στην Κύπρο, θα με είχαν κλείσει μέσα. Έχει πεθάνει αυτός ο ερωτισμός κι αυτή η αθωότητα. Αν έλεγες σε ένα αγόρι “τι κούκλος που είσαι” κοκκίνιζε. Δεν το ‘ξερε. Ενώ τώρα έχουν γίνει αυτοί πλέον το αντικείμενο του πόθου. Δεν είχαν και ενοχή μ’ αυτό που κάνανε μαζί μου. Όλοι αυτοί -στις φωτογραφίες- έχουν παντρευτεί πια και ήρθαν και στην έκθεση στην Breeder. Δεν βρέθηκε ένας να παραπονεθεί – εκτός από έναν που ήταν αδελφή και δεν το ‘ξερα. Απ’ όλα τα στρέιτ αγοράκια, κανένας δεν βρέθηκε να διαμαρτυρηθεί.

Κρατάς επαφή με κάποιους απ’ αυτούς;
Όχι, απλά ήρθαν στην έκθεση με τις γυναίκες τους. Δεν είχαν τις ενοχές τους, γιατί το να πάνε με μια τραβεστί ήταν μέσα στην κοινωνική πραγματικότητα. Όλοι πηγαίνανε με τραβεστί. Μπορεί να ήταν λίγο πιο σκληρή η κοινωνία, να λέγανε διάφορα και να μπορούσες μόνο σε κάποιες πιάτσες να επιβιώσεις – αν και εγώ ήμουνα τυχερή: ήμουν από τους λίγους που δεν ένιωσαν κοινωνικά αποκλεισμένοι, αλλά αυτό το πάλεψα και μόνη μου, δεν μου το χάρισε κανένας.

Ήταν γνωστό ότι έβγαζες φωτογραφίες και εξέδιδες το ‘Κράξιμο’ ώστε να λειτουργήσει θετικά απέναντι σε όσους έρχονταν σε σένα;
Όχι. Αυτό μου έκανε κακό. Ως πουτάνα, αποτυχία ήμουνα. Δεν με ήξερε όλος ο κόσμος. Με ήξεραν οι διανοούμενοι και οι πιο ψαγμένοι. Τώρα με παραμάθανε και αυτό με κατέστρεψε οικονομικά, γιατί ο άλλος κατεβαίνει να πάρει μια πουτάνα, όχι την Πάολα. Η δουλειά μου πήγε στράφι τα τελευταία χρόνια.

Όμως τότε, όταν ξεκίνησες; Ήμουνα πολύ όμορφη εκείνη την εποχή, είχα μια ιδιαίτερη γοητεία. Σε σχέση και με άλλες τραβεστί, τους έσπαγα τα στερεότυπα.

Επέλεγες ποιους θα φωτογραφίσεις;
Συνήθως τα αγόρια με τα οποία περνούσα καλά και είχαν μια ομορφιά. Έχω και πρόστυχες φωτογραφίες που έβγαζα με Polaroid. Αυτές τις λέω καυλωτικές. Που κι αυτές έχουν μια ιδιαιτερότητα, αλλά δεν ήθελα αυτό. Βλέπεις αγόρια σε στύση αλλά δεν υπάρχει η χυδαιότητα. Βγάζουν έναν ερωτισμό γιατί υπήρχε αυτή η αθωότητα που τώρα δεν υπάρχει.

Έβλεπες και τότε τον ερωτισμό της Αθήνας; Ή ήταν μια σκληρή πόλη σε μια σκληρή εποχή;
Σκληρή ήτανε. Πολύ σκληρή. Έπρεπε να σκοτώνεσαι με τους μπάτσους. Μετά το 1983-84 άρχισαν να αλλάζουν τα πράγματα. Νομίζω ότι από το ’84 μέχρι τους Ολυμπιακούς Αγώνες ήταν η Χρυσή Εποχή της Αθήνας. Δεν είχε έρθει η κρίση, είχε περάσει και η εποχή του Πολυτεχνείου με την πολλή πολιτικοποίηση και ο κόσμος είχε αρχίσει να διασκεδάζει. Δεν υπήρχε ούτε έντονη ομοφοβία και ρατσισμός. Πήγαινες στα στρέιτ κλαμπ και οι μισοί ήταν γκέι. Σήμερα δεν υπάρχει τέτοιο πράγμα. Είναι τα καθαρά γκέι κλαμπ και ελάχιστα είναι εκείνα όπου θα έχει και στρέιτ και γκέι. Τώρα τα έχουν διαχωρίσει τα πράγματα.

Κοινωνικά δηλαδή σήμερα τα πράγματα είναι χειρότερα;
Υπάρχει μεγαλύτερη ανεκτικότητα. Εγώ δεν έχω δει να με κράζουν. Πάω στο σουπερμάρκετ, με συμπαθούν όλοι. Εκεί όπου μένω, δεν αντιμετωπίζω προβλήματα. Νομίζω πως έχει σχέση και το πώς εσύ αντιμετωπίζεις τα πράγματα και τι βγάζεις προς τα έξω. Εγώ ιδιαίτερα προβλήματα με βία, ομοφοβία κ.λπ. δεν αντιμετώπισα στη ζωή μου.

Κυρίως με την αστυνομία υπήρχαν προβλήματα;
Όταν ήμουν μικρή.

Σε τι ηλικία;
Γεννήθηκα το ’58. Όταν ήμουν λοιπόν 17, 18 μέχρι 21 χρονών. Εκεί ήταν τα βάρβαρα χρόνια. Κατέβαινες στην πιάτσα, έρχονταν οι αστυνομικοί να σε πάρουν στο τμήμα να ζητήσουν εξακριβώσεις, έρχονταν άλλοι και πέταγαν γιαούρτια κ.λπ. Από την άλλη, έτρωγες ένα αβγό στη μάπα, αλλά έπαιρνες κι άλλους 50! Έκανες ένα κρατητήριο με τους άθλιους μπάτσους αλλά κατέβαινες δυο ώρες στην πιάτσα και έβγαζες του κόσμου τα λεφτά. Κι είχες όλα τα αγοράκια στα πόδια σου που σε λατρεύανε τότε. Τώρα; Εντάξει, βρίσκεις να κάνεις σεξ αλλά δεν είναι το ίδιο. Και δεν είναι θέμα το ότι ήμουνα μικρότερη. Βλέπω και τις μικρότερες δηλαδή πώς είναι τώρα. Δεν είναι αυτό το “γεια σου Πάολα” που φωνάζανε τα τσόλια με τις γκόμενες. Σταματούσα εγώ στα φανάρια και το κοίταζα το τσόλι που ήταν με τη γκόμενα, και τους έλεγα μπροστά τους “πήγαινε την σπίτι και έλα να με βρεις μετά”. Σε πληροφορώ ότι από τους δέκα που το έλεγα οι εννιά ερχόντουσαν, και αν δεν έρχονταν την ίδια μέρα έρχονταν άλλη μέρα και έλεγαν “δεν θυμάσαι που με είδες στα φανάρια;”. Τώρα δεν γίνονται αυτά.

Γιατί;
Γιατί άλλαξε η κοινωνία, άλλαξαν οι συνθήκες, δεν μπορώ να το εξηγήσω. Κι αν προσπαθήσω να το εξηγήσω, θα το εξηγήσω μίζερα και δεν θέλω να μπω σε αυτή τη διαδικασία. Απλά είναι άλλα τα στερεότυπα, άλλη η ψυχοσύνθεση; Έπειτα, έχουν απομυθοποιηθεί οι πουτάνες. Τότε μας ανακαλύπτανε. Τώρα μπαίνεις στο ίντερνετ και βλέπεις τα πάντα. Μέσα σε μια πενταετία άλλαξαν όλα, είναι φοβερό. Δεν ξέρω. Μπορώ να πω την άποψή μου αλλά δεν θα είναι και σωστή. Γι’ αυτό αποφεύγω να δίνω εξηγήσεις.

Έβγαζες φωτογραφίες και σε έγχρωμο φιλμ ή μόνο ασπρόμαυρο; Έβγαζα μερικές αλλά πάντα μου άρεσε το ασπρόμαυρο. Οι έγχρωμες μου έβγαιναν λίγο χυδαίες και δεν ήθελα. Γι’ αυτό και στις περισσότερες έγχρωμες τα αγόρια είναι ντυμένα, όχι γυμνά.

Τις τύπωνες εσύ τις φωτογραφίες; Ναι, κι ήταν ωραία πλάκα γιατί τις πήγαινα στα Εξάρχεια στο τυπογραφείο και ήταν και πανάκριβα. Είχε πλάκα γιατί περίμενες και μια βδομάδα να δεις τις φωτογραφίες. Τώρα όλοι βγάζουν συνεχώς φωτογραφίες. Αλλά εγώ χρησιμοποιώ την παλιά τεχνική της φωτογραφίας. Αν θα φωτογραφίσω ένα τοπίο, σπάνια θα το βγάλω περισσότερο από δύο φορές, δεν υπάρχει περίπτωση. Ενώ βλέπεις να βγάζουν 300 φωτογραφίες και να διαλέγουν και όλοι έχουν γίνει φωτογράφοι. Το λέω με λίγη υπεροψία αυτό, αλλά έχω το δικαίωμα. Ξέρεις γιατί; Φαντάσου να είναι τρεις η ώρα το βράδυ, να έχω κάνει σεξ με το τεκνό και να θέλω να το βγάλω φωτογραφία. Και να έχω μια λάμπα, να την κολλάω εδώ, να την κολλάω εκεί, και μέσα σε πέντε λεπτά έπρεπε να βγάλεις μια καλή φωτογραφία γιατί το τσιγκουνευόσουνα τότε το φιλμ, μη νομίζεις. Για να βγάλεις 36 φωτογραφίες ήθελες του κόσμου τα λεφτά. Αν τους έβγαζα πέντε φωτογραφίες, ήθελα οι τρεις να είναι καλές.

Τους φαινόταν παράξενο που ήθελες να τους φωτογραφίσεις;
Καθόλου. Τώρα ναι. Τότε τίποτα. Δεν είχε διαμαρτυρηθεί κανείς. Ούτε για το ότι τις δημοσίευα.

Στο ναυτικό στα 12

“Τα πρώτα βιβλία που έχω διαβάσει τα χρωστάω στη μάνα μου. Είχε μια βιβλιοθήκη με όλα τα κλασικά. Το πρώτο που είχα διαβάσει ήταν η Νανά του Εμίλ Ζολά. Το έχω ακόμα. Διάβαζα βιβλία από μικρό. Ήταν σημαντικό να υπάρχει μια βιβλιοθήκη στο σπίτι. Τώρα δεν είναι γιατί υπάρχει το ίντερνετ. Αλλά τότε να υπάρχει σε ένα λαϊκό σπίτι στο Κερατσίνι μια βιβλιοθήκη ήταν πολύ σημαντικό”.

Όταν οι γονείς της Πάολας Ρεβενιώτη χώρισαν, η ίδια έζησε μια πολύ μεγάλη αντίφαση. Τον χειμώνα στο Κερατσίνι με τη μητέρα της και τον νέο της σύζυγο, τα καλοκαίρια στην Κέρκυρα με τον πατέρα, τις θείες και τη μεγάλη ζωή. “Οι θείες μου με είχαν στα όπα-όπα. Δεν υπήρχε η μιζέρια που υπήρχε στον Πειραιά, στο Κερατσίνι. Ζούσα σε κότερα μια γκλαμουριάτικη ζωή και ξαφνικά κατέβαινα στο Κερατσίνι. Ένιωθα ξένο παιδί”. Ένα κόκκινο παντελόνι που αγόρασαν οι Κερκυραίες θείες στο παιδί έφερε τη ρήξη με την οικογένεια.
“Δεν είχα συνειδητοποιήσει ακόμη ότι ήμουν ομοφιλόφυλο αγοράκι, ούτε ότι έχω θηλυκά χαρακτηριστικά να θέλω να γίνω γυναίκα. Αλλά ότι είχα χαριεντισμό με άλλα αγόρια το ένιωθα. Δεν είχα άλλη λύση, σηκώθηκα κι έφυγα και πήγα στο ναυτικό. Σκληρή εποχή γιατί ήταν και η χούντα τότε. Ήμουν 15-16 χρονών όταν κάναμε ένα ταξίδι εκπαιδευτικό και μας άφησαν σε ένα νησί γιατί είχε γίνει η τουρκική εισβολή στην Κύπρο. Θυμάμαι που βρίζανε τους χουντικούς οι άλλοι αξιωματικοί – στο ναυτικό ήταν πάντα πιο δημοκράτες. Πήρα κάποια αγωγή στο ναυτικό, αυτήν την αριστοκρατία με την καλή έννοια. Αλλά ήταν και σκληρή εποχή. Και ευτυχώς που δεν με παρέσυρε ποτέ η καύλα τότε για να αρχίσω να κάνω διάφορα με τους άλλους. Αυτό με έσωσε γιατί τα έβλεπα ερωτικά τα αγόρια. Με γουστάρανε αλλά δεν μου το έλεγαν. Από την άλλη με αποφεύγανε γιατί δεν μπορούσαν να προσδιορίσουν τι είμαι. Και πάλι περιθώριο ένιωθα κι εκεί.

Αργότερα έφυγα, και καλά που έγινε έτσι γιατί βγαίναμε εξόδους με τα πιτσιρίκια, κατεβαίναμε στην Ομόνοια, εκεί συνάντησα κάτι αδελφές που μιλάγαν καλιαρντά [σ.σ. η αργκό των ομοφυλόφιλων] και δεν ήξερα τι λέγανε. Άκουγα τα αγοράκια που λέγανε ότι πήγαν με μια αδελφή και τους έδωσε χαρτζιλίκι, και έμαθα και πώς συμπεριφέρονται τα τσόλια απέναντι στις αδελφές, κι αυτό ήταν μεγάλο μάθημα. Έλεγα “έτσι θα μου κάνουνε και μένα; Όχι, δεν θα τους κάνω το χατίρι!”. Αλλά την ομοφυλοφιλία μου την ένιωσα πολύ τρυφερά. Δεν υπήρχε κάτι πονεμένο πίσω απ’ αυτό. Έλεγα “τον αγαπούσα. Είναι κακό να αγαπάς έναν άνθρωπο;”. Δεν είχα ποτέ ενοχές. Και οι πρώτες μου εμπειρίες ήταν με αγόρια που αγαπούσα. Αυτό ήταν ευλογία για μένα. Που τον έρωτα τον ένιωσα τόσο απενοχοποιημένα και απλώς και όχι με ένα γαμήσι μ’ έναν πούστη.

Μετά ήταν δύσκολη η ζωή. Φαντάσου ένα παιδάκι 15-16 χρονών που είχε τελειώσει το ναυτικό και δεν ήταν λαϊκό παιδί -είχα μια παιδεία έμφυτη, χωρίς να έχω τελειώσει σχολεία- στην Ομόνοια και με κάτι ελεεινές τραβεστί που η μια βάραγε την άλλη. Φαντάσου κάτι κρατητήρια φρικτά που σε κλείνανε και σου λέγανε “γιατί κάνεις τσιμπούκια μωρή αδελφή;” και σε πλακώνανε στο ξύλο οι μπάτσοι. Φαντάσου να σε μισούν και οι τραβεστί γιατί είσαι διαφορετική και δεν είσαι σαν κι αυτές, λαϊκιά, να έχεις γκόμενο, να έχεις νταβατζή, να πίνεις ναρκωτικά, να είσαι πρεζού, που τα σιχαινόμουν εγώ και διερωτώμουν τι σχέση έχω εγώ μ’ αυτόν τον κόσμο.

Αργότερα έβγαλα το ‘Κράξιμο’. Ήμουν πολιτικοποιημένη εκ του φυσικού μου, πάντα με την Αριστερά όχι με την έννοια της Αριστεράς ή του φανατικού αναρχισμού, αλλά με τη λογική ότι πρέπει πάντα να είσαι με την πλευρά του αδύναμου. Ιδεολογικά πρέπει να είσαι πάντα με την πλευρά των αδυνάτων. Αυτή είναι η πολιτική μου άποψη. Μεγάλο σχολείο τα Εξάρχεια τότε, που είχαν φοιτητές, πανεπιστημιακούς, άτομα που είχαν μια κουλτούρα, ήταν και ο απόηχος του Μάη του ’68, κι αυτό ήταν μεγάλο σχολείο. Ήμουν και τυχερή όμως γιατί ήμουν και ομορφούλα και συμπαθητική και κοινωνική και με ήξερε όλος ο κόσμος. Με συμπαθούσαν όλοι κι έκανα παρέα με τους φοιτητές, διάβαζα, συμμετείχα σε διαδηλώσεις με τους αναρχικούς και ξεκίνησα να βγάζω το ‘Κράξιμο’ καθαρά από αντίδραση, γιατί δεν μπορούσα να ανεχτώ τη βαρβαρότητα της αστυνομίας και δεν μπορούσα να ανεχτώ την κοινωνική υποκρισία. Γι’ αυτό τα πρώτα τεύχη είναι πολύ θυμωμένα.Μετά ήταν λίγο πιο ερωτικό.

Και βγήκαν μόλις 14 τεύχη…
Ναι, δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά, γιατί το κάθε πράγμα έχει τον κύκλο του. Έτσι κι αλλιώς το ‘Κράξιμο’ δεν ήταν ένα εμπορικό περιοδικό στο οποίο θα επένδυες για να φτιάξεις μια αυτοκρατορία. Ήταν η δικιά μου έκφραση και κατάλαβα ότι τέλειωσε. Θα μπορούσα να βγάλω κι άλλα δέκα τεύχη αλλά δεν θα είχε σημασία. Το στίγμα του το άφησε έτσι κι αλλιώς με τα 14 τεύχη που ήταν σημαντικά αλλά δεν το καταλάβαινα τότε. Το κατάλαβα μετά από χρόνια. Με βοήθησε και μένα, με έκανε καλύτερο άνθρωπο, γιατί μέσα από το ‘Κράξιμο’ διάβαζα κι εγώ. Μου ανέπτυξε καλλιτεχνικά πράγματα που δεν θα μπορούσα να τα αναπτύξω αν δεν το έβγαζα. Πέρασα ωραία στη ζωή μου.

Τα τελευταία χρόνια ήταν τα δύσκολα. Τα τελευταία τρία χρόνια ήταν δύσκολα γιατί η οικονομική κρίση μάς κατέστρεψε. Δεν είχα κι εγώ ταλέντο στα λεφτά, παρόλο ότι λεν ότι η Πάολα ήταν πουτάνα. Δεν ήμουνα πουτάνα ρε παιδιά με την κλασική έννοια. Δεν ήμουνα. Γιατί αν ήμουνα θα είχα λεφτά, θα άνοιγα μπουρδέλο, θα είχα γαμήσει όλα τα κυκλώματα. Κατέβαινα κάτω περισσότερο για τη λάλα και για να πληρώσω τα έξοδά μου. Δεν έκανα πολλές υποχωρήσεις. Πήγαινα με 5-6 πελάτες, έβρισκα και τα τεκνάκια, και πήγαινα σπίτι μου. Και μου έχει μείνει η στάμπα της πουτάνας χωρίς να το θέλω. Όχι ότι έχω καμιά ενοχή.

Το Κράξιμο

Η έκδοση του περιοδικού ξεκίνησε το 1981 και διήρκεσε μέχρι το 1993. Στις σελίδες του φιλοξενήθηκαν συνεντεύξεις, κείμενα και ποίηση που θα ζήλευε κάθε περιοδικό ακόμη και σήμερα: Ντίνος Χριστιανόπουλος, Χρόνης Μίσσιος, Κατερίνα Γώγου, Μαλβίνα Κάραλη συνέβαλαν με τον ένα ή άλλο τρόπο στην έκδοσή του. Στο ‘Κράξιμο’ δόθηκε και η τελευταία συνέντευξη-σταθμός του συγγραφέα Κώστα Ταχτσή πριν τη δολοφονία του.

“Πιο κομπλεξικός ήταν ο Χατζιδάκις. Με βοηθούσε οικονομικά όταν του ζητούσα κανένα φράγκο για το ‘Κράξιμο’ αλλά ποτέ δεν έδινε συνέντευξη. Ήταν λίγο κομπλεξικός αλλά υπήρχε και ο αυριανισμός εκείνην την εποχή, που ήταν μια μάστιγα. Τον Τσαρούχη τον τρέχαν από πίσω. Υπήρχε αυτός ο ελεεινός που έβγαζε την ‘Αυριανή’, επί ΠΑΣΟΚ, που ήταν ο χειρότερος φασισμός και φοβόντουσαν οι άνθρωποι. Από την άλλη, ήταν και πιο μορφωμένοι μωρέ οι γκέι εκείνην την εποχή. Μπορεί να μην είχαν τα ακτιβιστικά, ήθελαν να είναι πιο διακριτικοί αλλά ήταν πιο ειλικρινείς με τον εαυτό τους. Και ο Ταχτσής και ο Χριστιανόπουλος και ο Χατζιδάκις και ο Τσαρούχης και τόσοι άλλοι. Οι μεγαλύτεροι εχθροί του περιοδικού ήταν οι λαϊκοί ομοφυλόφιλοι. Δεν ανεχόντουσαν μια τραβεστί να έχει άποψη. Όταν βλέπουν ο άλλος να γράφει τον κόσμο στ’ αρχίδια του και να κάνει την καύλα του, αυτό είναι μεγάλος πλούτος εν τέλει και οι άλλοι δεν πα ‘να χουν εκατομμύρια, όταν είναι κακομοίρηδες είναι κακομοίρηδες.

Πορνεία

“Κάθε εργασία με σκοπό το κέρδος είναι πορνεία”, αναγράφεται σε κάθε τεύχος του περιοδικού ‘Κράξιμο’. Η ίδια η Πάολα Ρεβενιώτη εξέδιδε το περιοδικό από λεφτά που κέρδιζε από την εκπόρνευσή της.

“Δεν έχω ποτέ μου ηρωοποιήσει την πορνεία, ούτε την έχω αγιοποιήσει. Απλά είναι μια δουλειά που αν κάποια συνειδητά της αρέσει να την κάνει δικαίωμά της. Η διαφορά είναι αν κάποιος σε αναγκάζει να το κάνεις αυτό. Αυτό είναι το φρικτό, γιατί δεν συνάντησα πολλές ευτυχισμένες πουτάνες, λίγες ευτυχισμένες είδα. Ένας λόγος που δεν χώνεψα την πορνεία δεν είναι από ηθικής άποψης. Είναι γιατί με αναγκάσανε και δεν μου ‘δώσαν άλλες δυνατότητες να κάνω στη ζωή μου. Απ’ εκεί και πέρα δεν έχω καμία ενοχή για αυτό που έκανα για να μπορέσω να επιβιώσω. Ούτε έκλεψα κανέναν, ούτε εκμεταλλεύτηκα κανέναν, ούτε έβγαλα άλλη στην πιάτσα ποτέ μου, ούτε ανακατεύτηκα πολύ με τα τερτίπια των τραβεστί. Έχω καλές σχέσεις με τις περισσότερες, για ένα διάστημα ήμουν και πρόεδρός τους αλλά είναι ένα σινάφι λίγο ανταγωνιστικό, λίγο περίεργο. Τις δικαιολογείς απόλυτα σε πολλά πράγματα για τη συμπεριφορά τους αλλά δεν είναι και πολύ καλή παρέα”.

Σήμερα, τι σκέφτεσαι;

Αυτά τα τελευταία χρόνια, παρόλο που δημιουργικά μού πάνε πολύ καλά, κάνω αγώνα επιβίωσης, πώς θα τα βγάλω πέρα. Κι εγώ μεγάλωσα και δεν αντέχω. Κάνω έναν διαρκή αγώνα για να επιβιώσω και αυτό με έχει κουράσει. Παρόλο ότι είμαι ένας αισιόδοξος άνθρωπος, με κούρασε γιατί όλη αυτήν τη δημοσιότητα δεν μπορώ να την εξαργυρώσω στα βασικά μου πράγματα. Δεν είμαι ο άνθρωπος που μου αρέσουν οι πολυτέλειες. Δεν λυσσάω να πάρω Μερσεντές, ούτε λυσσάω να τρέξω στα μαγαζιά. Είναι ο χαρακτήρας μου τέτοιος. Αλλά είναι λίγο δύσκολο. Από την άλλη είμαι τυχερή γιατί άλλες δεν θα μπορούσαν να επιβιώσουν, θα είχαν εξαφανιστεί. Εγώ τα βγάζω πέρα αξιοπρεπώς, μου ‘ρχονται και κάποια λεφτά πού και πού αλλά είναι κουραστικό. Η αντίστοιχη “Πάολα” στο Λονδίνο ή στην Αμερική θα είχε κάποιες δουλειές. Εδώ σε ζητάνε τζάμπα. Με παίρνει ένας ιδιοκτήτης γκέι μπαρ και μου λέει “Πάολα να έρθεις να παίξεις τα Καλιαρντά στο μαγαζί”. Εγώ, παλιά πουτάνα στο κουρμπέτι, του λέω “για ποιον λόγο;” Δεν είμαι μόνο εγώ πίσω απ’ αυτό, είναι άλλα έξι άτομα. Να πουλήσετε κανένα DVD, λέει. Του είπα εγώ έβγαλα κάποια DVD για να παίρνουν και τα άλλα πιτσιρίκια κανένα φράγκο, δηλαδή να έρθω να σου δείξω μια δουλειά που κόστισε λεφτά, που είναι ιστορική καταγραφή, που πήγε στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης…
Έρχονται και μου ζητούν τις φωτογραφίες με 150-200 ευρώ. Δεν θα τις δώσω. Ας μου δώσουν 450 ευρώ και να δώσω.

Υπάρχουν διάφορες αναλύσεις για το φωτογραφικό σου υλικό. Εσύ πώς το βλέπεις; Κοινωνιολογικά; Καλλιτεχνικά;

Δεν το βλέπω καθόλου. Είναι ένα κομμάτι της ζωής μου. Και ένα κομμάτι της ζωής μου δεν μπορώ να το αξιολογήσω. Διότι για να βγάλω αυτόν τον άνθρωπο φωτογραφία, για να μου ποζάρει στις 5 η ώρα το πρωί, σημαίνει ότι έπρεπε να ‘χω σκοτωθεί με την οικογένειά μου και με τους μπάτσους, να έχω κάνει δέκα πλαστικές που για να κάνω πλαστική τη μύτη μου έπρεπε να πάρω προηγουμένως 500 τσιμπούκια με τον κάθε σιχαμένο για να μαζέψω λεφτά, να γίνω ομορφούλα, να έχω τη δική μου προσωπικότητα, να βγω στην πιάτσα. Η κάθε φωτογραφία έχει και μια μικρή ιστορία πίσω της. Είναι ένα κομμάτι της ζωής μου. Αν είχα λεφτά θα τις χάριζα σε ένα ίδρυμα, γιατί όπως γενναιόδωρα μου φέρθηκαν τα αγόρια πρέπει κι εγώ να φερθώ γενναιόδωρα. Απ’ τη στιγμή όμως που θέλεις να ζήσεις, δεν μπορείς.

Έχεις φροντίσει για την εξασφάλιση του αρχείου με κάποιον τρόπο; Δεν έχω αλλά θα κάτσω να το σκεφτώ σοβαρά και θα κάτσω τώρα τον χειμώνα σιγά-σιγά να το τακτοποιήσω. Να συγκεντρώσω και τα αρνητικά, γιατί υπάρχουν φωτογραφίες-διαμάντια που δεν τις έχω δει ποτέ αφού δεν τις τύπωσα όλες.

Δεν προσφέρθηκε κάποιος οργανισμός να αναλάβει το αρχείο; Όχι, δεν είναι έξυπνοι. Είναι εμπαθείς και κακοί και ρατσιστές. Εγώ είμαι υπερήφανη γιατί ό,τι έχω καταφέρει στη ζωή μου το έχω καταφέρει από μόνη μου αλλά και με έξυπνους ανθρώπους δίπλα μου. Δηλαδή, αν δεν ήταν ο Αγγελιδάκης μπορεί οι φωτογραφίες… ήξερα μεν την αξία τους αλλά ήταν έξυπνοι και οι άνθρωποι στην γκαλερί Breeder. Είναι και έξυπνοι εδώ στο Δημοτικό Κέντρο Τεχνών Λευκωσίας. Άνθρωποι μορφωμένοι που καταλαβαίνουν τη διαφορά από άλλες φωτογραφίες.

Βλέπω τη ζωή σου σαν μια γιορτή του περιθωρίου.
Γιορτή ήτανε, γιόρταζα κάθε μέρα. Τα τελευταία χρόνια έχω μιζεριάσει αλλά έχει μιζεριάσει μαζί μου και η μισή Ελλάδα.
Κολακεύομαι, μ’ αρέσει αλλά πάντα ήμουν γνωστή. Από μικρό με ξέρανε. Χαίρομαι τη δημοσιότητα αλλά όχι με μωροφιλοδοξία. Ήθελα πάντα να πατάω γερά στα πόδια μου. Δεν ήθελα να τρέχω με παραμύθια, δεν ήθελα να φαντάζομαι. Και πάντα μ’ αρέσει να έχω επίγνωση, να μην αιθεροβατώ.

Σου έλειψε καθόλου η παιδικότητά σου;
Όχι, γιατί κατά βάθος παιδί έμεινα. Όχι. Πηγαίνω καμιά φορά όταν βρέχει να μαζέψω σαλιγκάρια, να κόψω χόρτα. Οι άλλοι είναι κακοί και μου θυμίζουν συνέχεια την ηλικία μου. Όχι, δεν μου ‘λειψε. Ξέρεις τι γίνεται; Ήμουν από τη φύση μου αισιόδοξο άτομο. Ξέρεις, έτσι είναι η ζωή. Για να νιώσεις τη χαρά πρέπει να νιώσεις και τη λύπη. Για να εκτιμήσεις την ευτυχία πρέπει να έχεις ζήσει και τη λύπη, να έχεις ζήσει στην απέναντι πλευρά. Τι να κάνουμε; Έτσι είναι. Γι’ αυτό ποτέ μου δεν μοιρολάτρησα. Δεν είπα “άτιμη κοινωνία”. Αφού εγώ έκανα την κοινωνία ό,τι ήθελα στο τέλος. Το δικό μου έγινε, όχι το δικό τους. Πάντα εγώ βγαίνω νικήτρια απ’ αυτές τις καταστάσεις. Και χωρίς να το επιδιώκω κιόλας.

+ Τα τελευταία χρόνια η Πάολα Ρεβενιώτη δημιούργησε μια ομάδα με την οποία δημιουργεί σειρά ντοκιμαντέρ. Τον Σεπτέμβριο θα κυκλοφορήσει μια μακροσκελής συνέντευξη με τον ποιητή Ντίνο Χριστιανόπουλο. Τα ντοκιμαντέρ είναι αναρτημένα στο YouTube.

You May Also Like

Αλίκη Δανέζη-Knutsen

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως, 5.9.2010 Η Θέμις Μπαζάκα στο ρόλο της Κύπριας μάνας, ο ...

Παύλος Παρασκευάς

Συνέντευξη στις Χριστίνα Λάμπρου και Μερόπη Μωυσέως, 25.01.2010 “Τώρα είναι μια ευκαιρία να αλλάξει ...

Λούκας Βισνιέβσκι

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως, 16.1.2011 Ο Λούκας Βισνιέβσκι, σκηνοθέτης της παραγωγής της Νέας Σκηνής ...

Αντώνης Καφετζόπουλος

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως , 19.12.2010 “Η απειλή προς το περιβάλλον είναι ο Χίτλερ ...

Κωνσταντίνος Γιαγκουλλής | Κυπριακή ή νεοελληνική; Αφελές ερώτημα…

Συνέντευξη στη Μερόπη Μωυσέως, 23.01.2011 Από το βέρικο σταφύλι που για τους πολλούς προέρχεται ...

Πόπη Αβραάμ | «Οι απόψεις μου ανήκουν στη μειοψηφία αλλά δεν με ενδιαφέρει»

Συνέντευξη στον Μιχάλη Σταύρου, 15.01.2010 Φωτό: Ελένη Παπαδοπούλου   Η Πόπη Αβραάμ επαναπροσδιορίζει τον ...

X