“Παραμύθια!” εφώναξε, τζαι τα μάθκια του επεταχτήκαν έξω σαν τες σιοιρίλλες. “Παραμύθια, όχι παραμύθκια!” εξαναείπε, τραγουδιστά όπως μόνο ένα μωρό του νηπιαγωγείου μπορεί να τραγουδήσει.
Είδα τον, εχαμογέλασα τζαι αγνόησά τον. Μετά που λλίον, εξαναφώναξε. Η φωνή του απλώθηκε πάνω που την σιωπή των υπόλοιπων μωρών, σπάζοντας άτσαλα την όποια αγωνία είχα καταφέρει να χτίσω το τελευταίο πεντάλεπτο. “Κόκκινο φόρεμα, όχι κότσιηνο.”
Εξαναχαμογέλασα, αγνόησά τον, μια ακόμα φορά.
Εσυνέχισε να πετάσσετε την ώρα που ελάλουν παραμύθκια. Ώσπου εκατάλαβε ότι εν θα του δώσω σημασία τζαι εσιώπησε. Εν εθύμωσα. Εμαράζωσα.
Ελυπήθηκα τζείνον τον μιτσή, επειδή μέσα στα μάθκια του είδα ούλλον το κόμπλεξ, ούλλην την παρανόηση, ούλλην την νεκατωσιά της ταυτότητάς μας. Είδα τον να κάθεται έξω στην αυλή τζαι να λαλεί της μάνας του: “Μάμα, έτο ένα καττούι”. Τζαι η μάνα του να του απαντά: “Γατάκι, όχι καττούι.”
Είδα τον απορημένα να θωρεί τον παπά του, να του λαλεί: “Όχι, Δημήτρη μου. Να πάρεις το παιχνίδι σου και να το βάλεις στο κιβώτιο που αγοράσαμε από το κατάστημα”. Τζαι ύστερα, ο ίδιος άνθρωπος να γυρίζει στην μάνα του τζαι να της λαλεί: “Εγοράσαμε τζείνο το μαυρογέριμο το κουτί τζαι με συσταρίζει τα παιχνίθκια του, με λαώννεται”.
Είδα την εμμονή του Κυπραίου να θέλει να ξεπλύνει που πας τα κοπελλούθκια του, την κουλτούρα, την παράδοση, την γλώσσα που χρωματίζει την καθημερινότητά του. Την γλωσσική σύγχυση που αποφάσισαν εκκλησιές, παπάες τζαι τάχα μου, εθνικόφρονες πολιτικοί να μας επιβάλλουν που τον τζαιρό που εγεννηθήκαμε, να θέλουν να την μεταδώσουν στα μωρά τους.
Εσκέφτηκα, πόσο άγχος τζαι πόση ένταση πρέπει να προκαλούν σε τζείνο το μωρό, άμα το διορθώνουν σε κάθε του λέξη. Τόσο, που του εδημιουργήσαν την ανάγκη να το κάμνει τζαι τζείνο σε άλλους όποτε ακούει κυπριακές λέξεις.
Σάννα τζαι η υποκρισία τζαι ο δηθενισμός εν γνώση. Σάννα τζαι η γλώσσα που μιλούμε εν ξιμαρισμένη, κατώτερη, μισοδότζη.
Αν εν έτσι, γιατί την συντυχάννουμε ακόμα; Γιατί, επιμένουμε, ούλλοι μας, να μιλούμε κυπριακά ελληνικά μεταξύ μας, τζαι εν το εγυρίσαμε ούλλοι στην αθηναϊκή; Τάχα, το “Σ’αγαπώ” αγαπά παραπάνω που το “Αγαπώ σε”; Ο “Λυγμός” μαραζώνει παραπάνω που το “Νεκάλημα”;
Τάχα, έσιει λέξεις καλές τζαι λέξεις σκάρτες; Γλώσσες καλύτερες που κάποιες άλλες; Εν έσιει.
Η γλώσσα εν ο τρόπος του κάθε πλασμάτου να εκφράζει τζείνο που νιώθει. Είτε εν κυπριακά, είτε εν εγγλέζικα, είτε εν σουαχίλι. Σε τούτο το νησί, κάποιους γεμώνει μας να μιλούμε με τον τρόπο που μιλούμε. Πρέπει να το σεβαστούμε, να το αγκαλιάσουμε, να το δεχτούμε τζιαι να είμαστε περήφανοι. Τζείνους που θέλουν να μας διδάξουν μαθήματα σωστής ομιλίας, έθελα να τους ρωτήσω: Εν σιύλλος ή εν σκύλος;

  • Σταυρίνος Κυριάκου

    Ο Σταυρίνος γράφει συνήθως ιστορίες με μια μικρή δόση φαντασίας, που διαδραματίζονται σε ένα παράλληλο κυπριακό σύμπαν. Όταν θυμώνει, γράφει για το πραγματικό κυπριακό σύμπαν.

You May Also Like

Μέρα 10η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπητή Ρέα, Πριν μερικά γράμματα είχα σου πει ότι ανησυχώ ...

Αστέρω – Μέρος 21ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Έχω να τον δω περισσότερο από τρεις εβδομάδες. Από την ...

Η εποχή

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αρέσκει μου να μιλώ για το παρελθόν. Η ιστορία σου, ...

Ο χάκερ

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Κατά τες 2 το πρωί, άνοιξε την πόρτα του γραφείου ...

Intermission

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Τους τελευταίους μήνες γράφω αποκλειστικά ιστορίες. Όπως το φωτορομάντζον, κάθε ...

Η Ανεράδα (Βασίλη Μιχαηλίδη)

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Το αγαπημένο μου κυπριακό ποίημα τζαι κατά την άποψη μου ...

X