Στα επτά μου χρόνια, ο αρφός μου έβαλέ με να χωστώ κάτω που ένα μεγάλο κομμάτι τσίγκο. Δίπλα μου, ένα ξύλινο οπλότοξο. Επερίμενα ώρα. Γυρώ μου φωνές, άλλες δυνατές τζ’αι άλλες ήρεμες. Σαν τες φωτεινές μπάρες του ηλεκτρονικού πικάπ. Έσφιξα με την παλάμη μου τη λαβή του οπλότοξου τζ’αι εκότσαρα το λάστιχο στο κουτσακωτήριν που ήταν καρφωμένο στη βάση του όπλου. Οπλισμένος, εκλότσησα τον τσίγκο. Εστάθηκα τζ’αι εφώναξα.
– Κάτω τα όπλα σας!
Εν θυμούμαι τι έγινε μετά. Εν θυμούμαι πώς εβρέθηκα τζ’αμέ. Θυμούμαι όμως, σάννα τζ’αι έν’ εχτές, την ψύχρα του δειλινού, τα ψηλά πεύκα που εχώνναν τον ήλιο, τη μυρωθκιά της πευκοβελόνας τζ’αι του χώματος. Τζείντο μικρό, απέραντο δάσος.
Στα δώδεκά μου χρόνια, ο καθηγητής της γυμναστικής έβαλλέν μας να βουρούμε μαραθώνιο. Μια χωμάτινη διαδρομή, που έρεσσε μέσα που το δάσος. Κάποιοι εβουρούσαν να έρτουν πρώτοι. Εγώ επερπατούσα τζ’αι εκουβέντιαζα με τον φίλο μου. Έτρωα φωνές. Ποττέ δεν έπιασα “Α” στη γυμναστική, για τούτο τον λόγο. Επειδή εχασομερούσα σε τούτο το μικρό, απέραντο δάσος.
Στα δεκατρία μου χρόνια, εκατέβαινα έναν κατήφορο σε τούτο το δάσος. Δίπλα μου επέρασε ένας μιτσής με ένα ποδήλατο. Εκρατούσα μια μάππα του μπάσκετ θυμούμαι τζαι τα γόνατά μου ήταν ολόμαυρα. Έκατσα στο τιμόνι του ποδηλάτου τζ’αι εδιασχίσαμε μαζί το δάσος. Έτσι εγνώρισα έναν που τους καλύτερούς μου φίλους. Σε τούτο το μικρό, απέραντο δάσος.
Στα δεκατέσσερά μου χρόνια, έκατσα ένα απόγευμα τζ’αι εψάρεψα καραβίδες. Μαζί με θκυό φίλους μου. Ο ένας επεριέγραψέ μας με κάθε λεπτομέρεια πώς την προηγούμενη νύχτα εφίλησε την πιο όμορφη κορούα της τάξης μας, στο πάρτι που επήαν. Ώσπου να φύω που τζ’αμέ εψάρεψα εκατόν είκοσι μικρές καραβίδες. Εσιόννωσά τες πίσω στη δεξαμενή όμως. Στη δεξαμένη τούτου του μικρού, απέραντου δάσους.
Σε τούτο το δάσος έμαθα ποδήλατο.
Σε τούτο το δάσος εττούμπαρα με μια μοτόρα, διπλοκαβάλλα με έναν φίλο.
Σε τούτο το δάσος εφίλησα μιαν κορούα σε ένα πάρτι του σχολείου. Το δέντρο έν’ ακόμα τζ’αμέ. Νομίζω αν παρατηρήσεις καλά, κρέμεται που κάπου τζ’αι το χαμόγελό μου.
Σε τούτο το δάσος έκαμα στρατιώτης. Νύχτες ατέλειωτες να καρτερώ να περάσει η ώρα. Τζ’αι μεσημέρκα να χαζεύκω τες φοιτήτριες που εσχολάνναν που το μάθημα.
Σε τούτο το δάσος έπαιξα χωστό, τρεχτό, πόλεμο, κούρσες με ποδήλατα.
Σε τούτο το δάσος επερπάτησα ώρες τζ’αι ώρες τζ’αι ώρες. Σε τούτο το δάσος εκουβέντιασα ώρες τζ’αι ώρες τζ’αι ώρες.
Τούτο το δάσος έν’ κομμάτι της ψυσιής μου. Τούτο το δάσος έσιει ρίζες μέσα μου βαθκιές, άρκες, που τυλίουν κάθε κομμάτι μου σφιχτά.
Τούτο το δάσος είμαι εγώ. Τούτο το δάσος είμαστε εμείς.
Τούτο το δάσος θέλετε να μοιράσετε στη μέση.
Για να ρέξετε δρόμο.
Επειδή δέντρα τζ’αι αναμνήσεις έχουμε πολλά…
Ενώ… δρόμους…

  • Σταυρίνος Κυριάκου

    Ο Σταυρίνος γράφει συνήθως ιστορίες με μια μικρή δόση φαντασίας, που διαδραματίζονται σε ένα παράλληλο κυπριακό σύμπαν. Όταν θυμώνει, γράφει για το πραγματικό κυπριακό σύμπαν.

You May Also Like

Η Ανεράδα (Βασίλη Μιχαηλίδη)

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Το αγαπημένο μου κυπριακό ποίημα τζαι κατά την άποψη μου ...

Μέρα 30ή

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Χλωρίνη. Απλή, διαφανής χλωρίνη. Ποτζείνην που έχουμε μες τα αρμαράκια, ...

Ο καυκάς

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Πριν λλίες μέρες ετσακκώθηκα με την κόρη μου. Όσο νόημα ...

Κατερίνα – Μέρος 4ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Ήταν πολλά δύσκολη η απόφαση να ψάξω να τον έβρω. ...

Η εποχή

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αρέσκει μου να μιλώ για το παρελθόν. Η ιστορία σου, ...

Υπό πίεση

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Εγύρισε τζαι είδεν τον φίλο του με έναν ύφος απελπισίας. ...

X