Εκούμπουν αμήχανα στο μπαρ. Στο σιέριν μου έναν σωληνοειδές άχαρον ποτήριν γεμάτον με πόμπαν, χρωματιστόν ποτόν. Επεριεργάζουμουν τον κόσμον γυρών μου. Μια φουρνιά ανθρώπων που μου ήταν γνώριμη, οικεία, αλλά την ίδια στιγμή ξένη τζιαι επιβλητικά φοητσιάρικη.

Δίπλα μου, μια παρέα κοπέλλες, ούλλες ντυμένες με τα ίδια ρούχα που ήταν της μόδας τότε. Μαύρη φούστα ή μαύρο κολάν με μονόχρωμη, χρωματιστή, στενή μπλούζα. Σαν χορεύτριες σε γιαπωνέζικο καρτούν. Κάποιες υιοθετήσαν εγγλέζικα χούγια τζιαι εφορήσαν ψεύτικα φτερά αγγέλου τζιαι κερλάντα με κερατάκια τζιαι σουστούες ντισκομπάλα. Χαμόγελα, τσιριλιές, ένα-δύο-τρία σφηνάκιν τζιαι κάπου-κάπου τα σιέρκα ψηλά φωνάζοντας «ούου, ούου», σαν την σειρήναν του τρένου, όταν έβαλλεν ο ντι τζέι Μακρόπουλλον.

Σε μιαν γωνιάν, η παρέα με τους μετταλλάδες. Μαλλίν μακρύν, σκουλαρίκιν, φανέλλαν κάποιου νορβηγικού συγκροτήματος που δεν το ακούει κανένας, Ντόχτορ Μάρτινς τζιαι στενόν τζιν. Οι μισοί μισοπίττα που τα σφηνάκια τζιαι την ‘κοστετράδα φόστερς που ετσαρουκλήσαν πριν έρτουν στο κλαμπ, για να μεν πλερώσουν ποτά. Οι υπόλοιποι να σούζουν την κκελλεν τους σαν τους κουρκουτάες, προσπαθώντας να έβρουν κάτι που να τους πείσει να μείνουν ακόμα λλίον. Ίσως κάποια που να ήπιεν λλίον παραπάνω, που την παρέα με τες Γιαπωνέζες χορεύτριες. Ίσως η καλύτερη φίλη της όμορφης φιλενάδας τζείνου που διoργανώνει το Greek night, που την ακολουθεί πιστά σε κάθε της βήμαν, όπως ακολουθεί μια κοτζιάκαρη το αγαπημένον της σίριαλ λλίον πριν τα νέα.

Στην μέσην της πίστας τζιαι μπροστά που το ντι τζέι μποξ, οι χάι, κουλ τζιαι αραχτοί Κυπραίοι τζιαι Καλαμαράες των γύρω πανεπιστημίων. Συμπεριφορά, καψιμί. Χάχχανα. Αραιά τζιαι πού συνθήματα για το ΑΠΟΕΛ τζιαι για το ότι γαμούν τον Πειραιάν. Ώσπου να μπει το ζεμπέκκικον της Ευδοκίας, να σηκωθεί ο μάγος της φυλής τζιαι να θυμηθεί τα πέντε-δέκα βήματα που έμαθεν τον τζιαιρόν που τον έστελλεν χορόν η μάνα του στον Σιακαλλήν. Άπλυτον Ριπλέι παντελόνιν, ασιδέρωτον πουκάμισον ανοιχτόν, θκυο κουμπιά που τον λαιμό, ακριβά σνίκερς τζιαι Μιγιάκι κολόνια.

Μόνη σχέση με τον στρατιώτην, το τσιγάρο που κρέμμεται που το στόμαν. Με την διαφοράν ότι στην συγκεκριμένην περίπτωσην το τσιγάρον έν’ που πακέττον που στοιχίζει δέκα λίρες τζιαι τζείνος που το καπνίζει σε δέκα χρόνια εννά ’ν’ μέλος του ΕΛΑΜ.

Το πάτωμαν κολλητσιάζει. Η ατμόσφαιρα γεμάτη καπνόν τζιαι η μουσική εκνευριστικά δυνατή τζιαι απαίσια. Το ίδιο μπίτ, συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια τζιαι κανένας να μεν το βαρκέται. Ο καθένας στον δικόν του, μικρόν, ασφαλήν κόσμον.

Γιατί ήμουν τζειαμαί;

Γιατί τζειαμαί ήταν ούλλοι. Γιατί τζειαμαί εθώρουν τζιαι εθωρούσαν με. Γιατί αλλού ήταν πιο ξένα από ό,τι τζειαμαί τζιαι δεν είχα το θάρρος να κάμω το αλλού πιο οικείον.

Γιατί ήταν σαν τον μαγνήτην τζιαι κάθε φοράν ελάλουν έν’ η τελευταία, αλλά πάντα την επόμενην φοράν εξαναπήαιννα με την ελπίδαν ότι εννά ’ν’ καλλύττερα. Τζιαι καμιάν φοράν έβρισκα κανέναν πλάσμαν τζιαι επέρνουν καλά. Ή ελάλουν κανέναν αστείον τζιαι εγελούσαν τζιαι άρεσκεν μου. Ή εμάθθαινα τα νέα των άλλων τζιαι εσύγκρινα τα με τα δικά μου. Οι καλές στιγμές ήταν ελάχιστες. Τζιαι εστρέφουμουν πίσω. Ακόμα μιαν φοράν, ακόμα μιαν φοράν. Ακόμα έναν κλικ. Ετέλειωσεν όμως. Εν θα ξαναμπώ στο facebook.

 

  • Σταυρίνος Κυριάκου

    Ο Σταυρίνος γράφει συνήθως ιστορίες με μια μικρή δόση φαντασίας, που διαδραματίζονται σε ένα παράλληλο κυπριακό σύμπαν. Όταν θυμώνει, γράφει για το πραγματικό κυπριακό σύμπαν.

You May Also Like

Το γράμμα [μέρος 2ο]

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Δικαιούσαι να μαραζώνεις. Δικαιούσαι να λυπάσαι άμα κάτι εν πάει ...

Αστέρω – Μέρος 12ο

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου «Εν μπορώ να σου πω τι εσυνέβηκεν. Την άλλην φοράν ...

Μέρα 10η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπητή Ρέα, Πριν μερικά γράμματα είχα σου πει ότι ανησυχώ ...

Έφεδρος

“Εν τζι’ έν’ εμείς που σας τραβούμε ρε φίλε. Εν το υπουργείο. Κάμε καλά ...

Μέρα 16η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγάπη μου, Έκαμα καλήν προεργασίαν πριν να πλάσω το σχέδιον ...

Ημέρα 12η

Γράφει ο Σταυρίνος Κυριάκου Αγαπημένη μου Ρέα Οι μέρες κινούνται με αβάσταχτα αργούς ρυθμούς. ...

X