Ιστορικά στοιχεία και λαογραφικές αναφορές για το χαρούπι

H χαρουπιά, γνωστή περισσότερο στο κυπριακό ιδίωμα ως τερατσιά και ο καρπός της, τα χαρούπια, ως τεράτσια, υπήρξε -στο παρελθόν περισσότερο, αλλά ακόμα και σήμερα- άμεσα συνδεδεμένη στο πέρασμα των αιώνων με τη μεγαλόνησο Κύπρο και τους κατοίκους της. Τη στενή αυτή σχέση δικαιολογούν και τα τοπωνύμια που απαντούν στην Κύπρο όπως Τερατσούι, Τερατσαρκά, Τερατσώνας, ακόμη απαντά και ως επίθετο αγίου, όπως άγιος Γεώργιος ο Τερατσιώτης κ.ά. Επιπρόσθετα, συναντούμε τη λέξη τερατσιά σε παροιμίες της Κύπρου, ακόμη και σε κατάρες κυπριακές, αλλά και το σχήμα του χαρουπιού, το τεράτσι ή κεράτιο, επειδή προσομοιάζει με το λουκάνικο αναφέρεται ως ένα τεράτσι λουκάνικο κ.ά. Το δημοσίευμά μας σήμερα ωστόσο αφορά βέβαια τις ιστορικές ειδήσεις για τη χαρουπιά και για τα χαρούπια, τον μαύρο χρυσό της Κύπρου, όπως είναι γνωστά.

Ποια όμως υπήρξε αρχικά η πατρίδα της χαρουπιάς, της οποίας το επιστημονικό όνομα είναι κερατέα η έλλοβος; Όπως και άλλα δένδρα της Κύπρου, αλλά και εν γένει της Μεσογείου, μας ήρθε από τη «μαγεμένη και λαγγεμένη», κατά τον ποιητή, Ανατολή. Δηλαδή όπως η ροδιά, η χρυσομηλιά, η μεσπιλιά ή τα εσπεριδοειδή. Πατρίδα της χαρουπιάς θεωρείται η γειτονική Συρία. Το αειθαλές, μακρόβιο και καρποφόρο αυτό δένδρο ήταν ιθαγενές της Συρίας. Ωστόσο εδώ και αιώνες απαντά αυτοφυόμενο και καλλιεργείται στις μεσογειακές χώρες: Ελλάδα, Μ. Ασία, Βόρειο Αφρική, Ιταλία, Ισπανία, Πορτογαλία, νησιά της Μεσογείου και βέβαια στην Κύπρο. Αρχικά η χαρουπιά εκλήθη από τον Θεόφραστο κερωνία και ο καρπός της από κάποιους ως «αιγύπτιο σύκο», εσφαλμένα βέβαια αφού όπως προαναφέραμε πατρίδα της χαρουπιάς είναι η Συρία. Αργότερα, όπως μαρτυρούν οι πηγές, η χαρουπιά ονομάστηκε από τον Διοσκουρίδη κερατέα και ο καρπός της κεράτιο. Από την κερατέα και το κεράτιο προέκυψε και το όνομα ceratonia από τους Λατίνους. Πριν από τα μέσα του 2ου αιώνα μ.Χ. δεν φαίνεται να είχε διαδοθεί η καλλιέργεια της χαρουπιάς στη Μεσόγειο, αφού ο Γαληνός ευχόταν τα χαρούπια να μην μεταφέρονται από τους τόπους που παράγονταν σε άλλες χώρες προς βρώση, επειδή τα θεωρούσε δύσπεπτα. Το γεγονός αυτό, ότι δηλαδή η εξάπλωση της καλλιέργειας της χαρουπιάς στη Μεσόγειο είχε γίνει πριν από τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα, ίσως αιτιολογεί και το επίθετο αποστολική που δόθηκε στη χαρουπιά, όπως απαντά στην Κύπρο. Πολύ πιθανόν οι αποκαλούμενες αποστολικές χαρουπιές να κλήθηκαν έτσι είτε γιατί ο κόσμος πίστευε ότι μεταφέρθηκαν στη μεγαλόνησο από τους αποστόλους ή επειδή ήταν αιωνόβια δένδρα που υφίσταντο από την εποχή των αποστόλων. Τα χαρούπια ήταν γνωστά ως ιδανική τροφή των χοίρων, γεγονός το οποίο αναφέρεται και στην παραβολή του ασώτου. Η χαρουπιά είναι γνωστή κατά τόπους ως ξυλοκερατιά, κουτσουπιά, χαρουπιά ή τερατσιά και ο καρπός της ξυλοκέρατο, χαρούπι ή τεράτσι. Η τερατσιά και το τεράτσι, όπως τα αποκαλούμε στην Κύπρο, έχουν προκύψει εκ παραφθοράς από το κερατέα και κεράτιο, ενώ τα ονόματα χαρουπιά και χαρούπι προέρχονται από το αραβικό Kharrub, λέξη που επεκράτησε στις ευρωπαϊκές γλώσσες. Από τους Ευρωπαίους ωστόσο η χαρουπιά μνημονεύεται στις πηγές και ως «αρτοφόρο δένδρο του Αγίου Ιωάννη». Η ονομασία αυτή φαίνεται να προέκυψε από εσφαλμένη ερμηνεία ή παράδοση, κατά την οποία οι ευαγγελιστές Μάρκος και Ματθαίος αναφέρονταν στις ακρίδες με τις οποίες ετρέφετο ο Ιωάννης ο Βαπτιστής στην έρημο, που δήθεν ήταν χαρούπια/κεράτια. Αλλά τα χαρούπια, γνωστά και ως κεράτια, ομοιάζουν με κέρατο αίγας, γι’ αυτό έλαβαν άλλωστε και αυτή την ονομασία. Έχουμε βέβαια και την άγρια χαρουπιά, ή αρκοτερατσιά, της οποίας ο καρπός είναι καστανού χρώματος, μικρού μεγέθους και ξυλώδης, ενώ αντίθετα της ήμερης και καλλιεργούμενης μαύρος, εξ ου και εκλήθη μαύρος χρυσός, μεγάλου σχήματος και ζαχαρώδης. Το χαρούπι χρησιμοποιείται στη φαρμακευτική, για παρασκευή δροσιστικών ποτών, για σερμπέτια, για χαρουπόμελο (τερατσόμελο) και βέβαια για το παστέλι το οποίο παρασκευάζεται στην Κύπρο. Το χαρουπόμελο/τερατσόμελο χρησιμοποιείται σε πίτες και ζυμαρικά τα οποία παρασκευάζονται σε εορτές κατά τη διάρκεια νηστείας. Οι άωροι καρποί της χαρουπιάς παλαιότερα τουλάχιστον χρησιμοποιούνταν στη βαφική. Η χαρουπιά είναι δένδρο παραβλαστικό όπως η ελιά, δηλαδή ανανεώνεται από τη ρίζα της. Ευδοκιμεί σε πετρώδεις και άγονες περιοχές και δεν χρειάζεται ιδιαίτερη φροντίδα. Η χαρουπιά πολλαπλασιάζεται με σπόρους, αλλά τα δένδρα αυτά είναι άγρια και πρέπει να εμβολιάζονται μετά από 4 ή και 5 χρόνια. Ωστόσο κάποιες χαρουπιές που προέρχονται από σπορά κάνουν καρπό μεγάλο, παχύ και ζαχαρώδη. Αυτές οι χαρουπιές, κατά μία άλλη άποψη, στις οποίες έγινε ήδη αναφορά, καλούνται στην Κύπρο κουντούρες ή και αποστολικές.

Θα ήταν παράλειψη εάν σε αυτό το δημοσίευμα δεν γινόταν αναφορά στο παραδοσιακό έδεσμα του Ριζοκαρπάσου, το γνωστό ως «οφτόν της τερατσιάς», κρέας κατσικίσιο το οποίο ψήνεται σε κλαδιά της τερατσιάς σε πυρωμένο φούρνο που κλείνεται το πώμα του με λάσπη, «σιειλώνεται» δηλαδή, και πρόκειται για ένα άκρως γευστικό και αρωματικό έδεσμα, που όταν το γεύεσαι, ακόμη και εάν βρίσκεσαι μακριά από το Ριζοκάρπασο, μεταφέρεσαι ως διά μαγείας στους δρόμους της ακριτικής κωμόπολης. Και βέβαια μιλώντας για τα χαρούπια και το χαρουπόμελο, δεν γίνεται παρά να θυμηθούμε τόσο τα λουλλούθκια ή τερσιελλούθκια που ψήνονται στον ζωμό του χαρουπιού και σύμφωνα με το έθιμο παρασκευάζονται κατά τις εορτές του Αγίου Ιωάννη Προδρόμου στις 29 Αυγούστου και του Τιμίου Σταυρού στις 14 Σεπτεμβρίου. Εκτός από τερτσιελλούθκια, κατά τις ίδιες γιορτές στο Ριζοκάρπασο παρασκευάζονταν και πίτες που ψήνονταν σε πέτρινη πλάκα, οι ονομαζόμενες λαγκόπιττες που τρώγονταν με χαρουπόμελο. Οι λαγκόπιττες αυτές δεν είναι παρά τα λαλάγγια ή οι λαλαγγίτες των Βυζαντινών. Τα είδη των χαρουπιών ανάλογα με τη μορφή και το σχήμα τους είχαν διάφορα ονόματα. Μεταξύ αυτών ήταν τα κομπωτά, που είχαν μεγάλα κουκούτσια και η επιφάνειά τους έμοιαζε να έχει κόμπους, οι μασιαιράες που είχαν σχήμα μακρύ, τα σαρακήνικα που είχαν πολύ μέλι και τα κουντούρκα που είχαν μικρό σχήμα αλλά ήταν εξίσου εύγευστα με τα σαρακήνικα.

 Πηγές για τις χαρουπιές και τα χαρούπια

Είναι εύλογο να απαντούν αναφορές και στοιχεία για τις χαρουπιές και για τον καρπό τους, τα χαρούπια, τόσο στις φραγκικές όσο και στις βενετικές πηγές, εφόσον κατά τις ίδιες χρονικές περιόδους οι χαρουπιές αφθονούσαν σε όλη την Κύπρο και η παραγωγή των χαρουπιών ήταν πολύ υψηλή. Ας υπομνησθεί επίσης ότι κατά την ίδια χρονική περίοδο παρασκευαζόταν και το χαρουπόμελο από το οποίο γινόταν από τότε και το παστέλι για το οποίο γίνεται μνεία και σε αυτές τις Ασσίζες, δηλαδή τους νόμους της Κύπρου. Είναι επίσης σημαντικό το γεγονός ότι σε βενετική πηγή του 1566 απαντά και η παλαιότερη γραπτή μνεία για παρασκευή παστελιού και μάλιστα για πώλησή του με πλανοδιοπώλη, όπως ήδη έχουμε παλαιότερα αναφέρει σε δημοσίευμά μας, στοιχείο πολύτιμο για την κατοχύρωσή του ως κυπριακού προϊόντος. Αναφέρονται στις πηγές επίσης χωριά στα οποία υπήρχαν χαρουπώνες ή «τερατσαρκές», όπως η Αυδήμου, η Επισκοπή της Λεμεσού για την οποία κάνει σχετική μνεία ο περιηγητής Γαβριήλ Capodilista, και γενικά η περιοχή της Λεμεσού, η περιοχή της Κερύνειας και η χερσόνησος της Καρπασίας. Γίνεται δε ιδιαίτερη μνεία σε βενετικά έγγραφα στα χωριά Ριζοκάρπασο, Γεράνι και Άγιος Ηλίας.

Σε έγγραφο προερχόμενο από τα Αρχεία του Βατικανού του 1468 αναφέρεται η παραγωγή χαρουπιών στο πάλαι ποτέ χωριό Παρσάτα, στην περιοχή του Μαζωτού, γιατί έχει ήδη εγκαταλειφθεί, το οποίο τότε ανήκε στη φεουδάρχισσα Κατερίνα Miral και είχε μεγάλη παραγωγή σιτηρών, ελιών αλλά και χαρουπιών. Σε ένα άλλο έγγραφο της ίδιας εποχής αναφέρεται ένα διάσημο περιβόλι της Λευκωσίας, το οποίο σύμφωνα με την έρευνά μας απλωνόταν προς τα ανατολικά ή και βορειοανατολικά της πόλης προς την περιοχή του προμαχώνα Φλάτρο. Στο εν λόγω περιβόλι μεταξύ των 217 περίπου δένδρων που βρίσκονταν σ’ αυτό ήταν και δύο χαρουπιές, οι οποίες αναφέρονται ως μηλιές του Αγίου Ιωάννη (Pommiliers de Saint Johan), και πρόκειται οπωσδήποτε για χαρουπιές, αφού ήδη έχουμε αναφέρει ότι τα χαρούπια απαντούν στα κείμενα των Ευρωπαίων περιηγητών και ως αρτοφόρα δένδρα του Αγίου Ιωάννη.

Το 1367, στην απογραφή της περιουσίας του Λατίνου επισκόπου Λεμεσού αναφέρεται η χρήση κοφινιών για τη μέτρηση των χαρουπιών. Βρέθηκε τότε ότι στις αποθήκες του επισκόπου υπήρχαν οκτώ κοφίνια χαρούπια. Μια άλλη και πολύ ενδιαφέρουσα είδηση αφορά το εμπόριο των χαρουπιών επί Φραγκοκρατίας και το γεγονός αυτό μαρτυρεί ότι τα χαρούπια παράγονταν τότε στην Κύπρο σε υψηλές ποσότητες. Το 1382, για να αφεθεί ελεύθερος ο Ιάκωβος Lusignan, μετέπειτα Φράγκος βασιλιάς Ιάκωβος Α’, από τους Γενουάτες, στων οποίων τα χέρια βρισκόταν αιχμάλωτος, υπέγραψε κάποια συμφωνία με την οποία αναγνώριζε παλαιά προνόμια που είχαν οι Γενουάτες στην Κύπρο. Μεταξύ άλλων σχετικών προνομίων τα οποία τους αναγνώριζε ήταν και η κατ’ εξαίρεση άδεια μερικά προϊόντα, όπως τα χαρούπια, να εξάγονται από τα λιμάνια της Λάρνακας και της Λεμεσού. O γαλαζοαίματος ιστορικός Στέφανος Lusignan, που έλκει την καταγωγή του από τον φραγκικό βασιλικό οίκο που κυριάρχησε σχεδόν τρεις αιώνες στην Κύπρο, μας πληροφορεί τόσο για την παραγωγή χαρουπιών στην Κύπρο όσο και για την παρασκευή χαρουπόμελου αλλά και παστελιού. Ενδιαφέρουσες αναφορές για τα χαρούπια υπάρχουν στα ταξιδιωτικά των περιηγητών που έφθαναν από τη Δύση στην Κύπρο, οι οποίοι, αφού για πρώτη φορά έβλεπαν χαρούπια, εντυπωσιάζονταν και τα περιέγραφαν. Γράφει χαρακτηριστικά ο περιηγητής Φραγκίσκος Piacenza στα μέσα του 17ου αιώνα: «Στην Κύπρο υπάρχει μια απίστευτη αφθονία χαρουπιών, που ονομάζονται από τους Έλληνες κεράτια, τα οποία ομοιάζουν με μεγάλα κουκιά, είναι πολύ εύγευστα, αλλά μαύρα και η φλούδα τους είναι σκληρή και παράγονται από ένα μεγάλο δένδρο, που έχει φύλλα όμοια με τα φύλλα της δάφνης».

Είναι σημαντικό επίσης να αναφέρουμε ότι κατά τους χρόνους της βενετικής κυριαρχίας η Γαληνοτάτη Δημοκρατία ευνόησε τόσο την ελαιοκαλλιέργεια όσο και τη χαρουποκαλλιέργεια. Σχετικά με την ενίσχυση της χαρουποκαλλιέργειας σημειώνουμε την εξής αρχειακή είδηση. Στις 26 Μαρτίου 1507, μετά από σχετικό αίτημα που είχε υποβληθεί στις βενετικές αρχές από τους πρέσβεις εκ μέρους της κοινότητας της Λευκωσίας, είχαν αποφασιστεί τα εξής σύμφωνα με το περιεχόμενο του αιτήματος. Οι πρέσβεις της κοινότητας ζητούσαν προς όφελος του Δημοσίου, επειδή στην Κύπρο υπήρχε πληθώρα από αγριοχαρουπιές, η βενετική διοίκηση να απαλλάσσει για είκοσι χρόνια από τη φορολογία επί του εισοδήματος των χαρουπιών όποιον θελήσει να ημερώσει χαρουπιές. Βέβαια μετά την πάροδο της εικοσαετίας να είναι υποχρεωμένος ο παραγωγός, σύμφωνα με τα καθιερωμένα στην Κύπρο, να δίνει στο Δημόσιο αν είναι πάροικος το ένα τρίτο της εσοδείας και εάν είναι ελεύθερος χωρικός, δηλαδή φραγκομάτος, όπως ονομαζόταν, το ένα πέμπτο. Οι βενετικές αρχές ενέκριναν το αίτημα ενισχύοντας έτσι τη χαρουποκαλλιέργεια, ωστόσο μείωσαν το διάστημα της φοροαπαλλαγής από είκοσι χρόνια σε δεκαπέντε. Τέλος, τα χαρούπια κατά τους χρόνους της βενετικής κυριαρχίας στην Κύπρο συγκαταλέγονταν, σύμφωνα με τις πηγές, ανάμεσα στα είδη διατροφής που θα μπορούσαν να θρέψουν τους κατοίκους των οχυρωμένων πόλεων σε περίπτωση πολιορκίας…

 

 

 

You May Also Like

ΜΝΑΣΙ, ΜΟΡΦΟΥ : Νέα στοιχεία για ένα χωριό που χάθηκε

Γράφει η Νάσα Παταπίου Το Μνασί Μόρφου είχε εκμισθωθεί στα τέλη του 15ου αιώνα ...

Ο Φίλιππος Φλάτρο και η εκμίσθωση της Έμπας

Γράφει η Νάσα Παταπίου Θα μπορούσε να ακολουθεί την παρούσα ‘μοίρα’ της Θλιμμένης Τζάσμιν ...

Αιτήματα διορισμών κατά τον 16ο αιώνα

Γράφει η Νάσα Παταπίου Όπως φαίνεται οι εποχές μπορεί να αλλάζουν αλλά όχι και ...

“Ο θάνατος μάς διδάσκει την αιώνια γνώση” – Κάρολος Capello

Γράφει η Νάσα Παταπίου Το μακρινό ταξίδι, η αλλαγή των κλιματολογικών συνθηκών, η αφόρητη ...

Πέτρος Γαβρίλης: Αρχηγός των τουρκοπούλων και αρκεβουζιοφόρων

Γράφει η Νάσα Παταπίου Αυτή είναι η ιστορία του Πέτρου Γαβρίλη, ο οποίος υπηρέτησε ...

Η οικογένεια Ξενάκη

Γράφει η Νάσα Παταπίου | [email protected] Μεταξύ των 10 σπουδαιότερων της Αμμοχώστου, η οικογένεια ...

X