Η παπαδιά

Της Κατερίνας Μικελλίδου

Όταν σκεφτόταν πώς είχε κτίσει τη ζωή της, την έπιανε απελπισία. Ο γάμος της ήταν η ρίζα του κακού. Εική και ως έτυχε, δίχως προσόντα και κατάλληλο βιογραφικό, πήγε και παντρεύτηκε παπά. Όχι πως δεν ήταν χριστιανή. Ώς τα δεκαοχτώ της έκανε προσευχή κάθε πρωί από Δευτέρα μέχρι Παρασκευή, από Σεπτέμβριο μέχρι Ιούνιο. Ωστόσο, η αποφοίτησή της από τα σχολικά έδρανα σήμανε και το τέλος της πρωινής εθιμοτυπικής αγγαρείας. Λειτουργία, πάλι, δεν έχανε ο κόσμος να χαλούσε. Ήταν ανάγκη επιτακτική και αδήριτη να χτυπάει κάρτα κάθε Κυριακή και γιορτή ανελλιπώς – σε χωριό έμενε και το παρουσιολόγιο του κυρ-Παναή του επιτρόπου ήταν πιο ακριβές κι από διαβήτη. Με το αζημίωτο φυσικά. Η εκκλησία ήταν μια λαμπρή ευκαιρία να επιδείξει τα τελευταία αποκτήματα της γκαρνταρόμπας της, να κρατηθεί ενήμερη για τα εν χωρίω και περιχωρίω τεκταινόμενα και, προπάντων, σαν έφτασε ο καιρός για παντρειά, να βολιδοσκοπήσει επίδοξους υποψήφιους γαμπρούς. Όσο για τη νηστεία, αυτό ευτυχώς ήταν λιγότερο εύκολο να το τσεκάρουν οι συγχωριανοί της. Νήστευε τη Μεγάλη Βδομάδα. Όχι, βέβαια, το γάλα. Και, κατ’ επέκταση, επαγωγικώς σκεπτόμενη, ούτε και τα γαλακτοκομικά. Ύστερα, ανακάλυψε πως είχε χαμηλό σίδηρο και αναγκαστικά περιόρισε τη νηστεία στο Μεγάλο Σάββατο. Την ίδια μέρα, στο τέλος της ακολουθίας του Καλού Λόγου, κοινωνούσε δίχως εξομολόγηση – κάπου είχε ακούσει πως οι αμαρτίες σβήνονται αυτόματα για όσους παρακολουθούν τη συγκεκριμένη ακολουθία μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.

Δεδομένων όλων αυτών, ήταν σχεδόν απίθανο να μπορούσε να συζήσει με έναν παπά. Είναι λες και σε προσλαμβάνουν στα κτίσματα ενώ πάσχεις από αλφισμό. Ή να σε προσλαμβάνουν για στενογράφο ενώ έχεις δυσλεξία. Κι όμως, η μάνα και ο κύρης της είχαν λογαριάσει αλλιώς. Ήταν ένας νεαρός από το διπλανό χωριό που ζητούσε το χέρι της. Βεβαίως, καθώς τα πράγματα είχαν προχωρήσει στην Κύπρο περί τα τέλη της δεκαετίας του ’80, το σωστό ήταν να δώσει και η νύφη τη συγκατάθεσή της. Όπερ και εγένετο. Μα την ημέρα του γάμου, η ζιβανία, εκ μέρους του πατέρα της, έκανε μια τρομακτική αποκάλυψη: “Κι από αύριο, Λουλού, ο Μήτσος μας θα ιερωθεί”. Και πράγματι, εν ριπή οφθαλμού, κηδεύτηκε το Λουλού μαζί με το επίθετό της και γεννήθηκε αντ’ αυτών το “παπαδιά” για τον κόσμο και το “πρεσβυτέρα” για τα χαρτιά. Και στα είκοσι πέντε της ξανάπιασε τις προσευχές, επάγγελμα το είχε κάνει πια – τρεις φορές τη μέρα, με κάθε γεύμα, κάθε μέρα, Σαββατοκύριακων και καλοκαιριών μη εξαιρουμένων.

Και συνέχισε να πηγαίνει εκκλησία, ακόμα κι όταν άνοιξαν καφετέριες στο χωριό, ακόμα κι όταν τα του χωρίου και περιχωρίου παρήλαυναν απροκάλυπτα στο facebook, ακόμα κι όταν οι υποψήφιοι γαμπροί είχαν κάνει κοιλιά κι είχαν κατεβάσει προγούλια. Κι ήταν πια μετρημένες οι μέρες που δεν νήστευε – είχε μισήσει τις Τετάρτες και τις Παρασκευές και τις γιορτές και τις ελιές και άπαντα τα νηστεμένα. Κι αν για τον γάμο της έφταιγαν οι κοινωνικοί κανόνες, οι γονείς της και η δική της αφέλεια, για την άλλη ατυχία δεν ήταν σίγουρη ποιος ευθυνόταν. Έφτυσε αίμα για να κάνει παιδί. Οι κακές γλώσσες είχαν να λένε. Αυτή η βρόμα, η σιγανοπαπαδιά, εκβιάζει τον παπά να φορά εκείνα τα πλαστικά πράματα που πουλά η κυρα-Φροσού η μπακάλαινα. Του διαβόλου πράματα δηλαδή. Ή πάλι, να δεις που δεν είναι εντάξει στις υποχρεώσεις της η παπαδιά. Να δούμε με ποιους τραβιέται κι αφήνει άποτο τον καημένο τον παπά… Τέλος, η τρίτη σχολή σκέψης προχωρούσε σε πιο επιστημονικές ερμηνείες. Στείρα θα είναι. Αυτή, όχι ο παπάς. Αυτός είναι άγιος άνθρωπος. Πληρώνει τα αμαρτήματά της. Ώσπου, επιτέλους, έμεινε έγκυος. Κορίτσι. Μα οι κακές γλώσσες δεν σκάσανε. Απλώς άλλαξαν το ρεπερτόριό τους. Να δούμε με ποιον το ‘κανε το μπαστάρδικο… Κι αυτό το άτιμο φτυστό η ίδια ήταν, ούτε μια τρίχα δεν πήρε απ’ τον παπά. Λες και το σύμπαν αρνιόταν να κάνει χαλάστρα στα οργιώδη κουτσομπολιά που στοίχειωναν τον οίκο, τον ύπνο και τον ξύπνο της. Και τώρα, έτσι όπως τα είχε καταφέρει η μονάκριβη κόρη της, το σίγουρο ήταν πως η οικογένειά της θα μονοπωλούσε μονίμως και για πολύ καιρό ακόμα τις συζητήσεις στο χωριό και τα περίχωρα.

Η κόρη της, θες η large εποχή μέσα στην οποία μεγάλωσε, θες οι σπουδές και η δουλειά στο εξωτερικό, θες η εντρύφηση στην επιστήμη της βιοϊατρικής, πάτησε πάνω στις βάσεις της μάνας της και πήγε ένα βήμα παραπέρα. Ή μάλλον πολλά βήματα παραπέρα. Επέστρεψε στο χωριό, μετά από δέκα τόσα χρόνια στην ξενιτιά, άθεη, ζευγαρωμένη μ’ έναν Ιταλό -καθολικό χριστιανό στα χαρτιά- και γκαστρωμένη τριών μηνών. Ο παπάς τσακίστηκε να προτείνει λύσεις. Να βαπτισθεί ο Ιταλός εδώ και τώρα και μετά θα αναλάμβανε αυτός προσωπικά την κατήχησή του. Κι αν δεν ήθελε να αλλαξοπιστήσει, να γίνει αμέσως μεικτός γάμος, να γλυτώσουν από χειρότερα κακά. Κι αν πάλι ήταν απ’ αυτούς τους πολύ προχωρημένους που προτιμούσαν τη συμβίωση εκτός γάμου, ας έκανε επιτέλους έναν συμβιβασμό, να, έτσι, μην πουν το μακρύ και το κοντό τους οι συγχωριανοί για τον αλλόθρησκο και το εξώγαμο και ρεζιλευτεί κι ο ίδιος.

Δυο μέρες μετά, η κόρη της κι ο Ιταλός επέστρεψαν στην Αγγλία. Το είχαν πάρει απόφαση πως το νησί δεν ήταν για τα μέτρα τους. Έξι μήνες αργότερα γεννήθηκε εκεί στα ξένα η μικρή Λουλού. Η παπαδιά συνέχισε να ανοιγοκλείνει το στόμα της στις προσευχές και να δηλώνει παρούσα στις λειτουργίες και να κοιτάει το εορτολόγιο προτού μαγειρέψει. Μα μέσα στους φαρισαϊσμούς και τις τυπολατρίες και κάτω από τα επικριτικά βλέμματα και σχόλια των συγχωριανών, εκείνο το Πάσχα, το πρώτο της ως γιαγιά-Λουλού, είχε νιώσει επιτέλους Ανάσταση.

Φωτογραφία:”Η σύζυγος του Πάστορα”, August Sander,1920, Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης MoMA

  • ΠΑΡΑΘΥΡΟ

    Το «Παράθυρο» είναι το πολιτιστικό ένθετο της εφημερίδας Πολίτης [Κύπρος] και του διαδικτυακού πόρταλ www.politis.com.cy. Ειδήσεις, συνεντεύξεις, συναντήσεις, ρεπορτάζ, ήχοι, εικόνες – κινούμενες και στατικές, κριτικές προσεγγίσεις, λοξές ματιές. Βλέπουμε το δέντρο, δεν χάνουμε το δάσος

You May Also Like

Η μάνα του δόκτορος

Η μάνα του πάσχιζε ακόμα να το χωνέψει – ο γιος της δεν ήταν ...

X